ἀμία

ἀμία
Grammatical information: f.
Meaning: `kind of tunny, which ascends rivers', perh. bonito (Sotad. Com.).
Other forms: -ίας m.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Thompson Fishes s. v. supposes Egyptian origin (mehi, mḥit name of a fish). Cf. Strömberg Fischnamen 128; De Saint Denis, Animaux marins s.v.
Page in Frisk: 1,93

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμία — ἀμίᾱ , ἀμία tunny fem nom/voc/acc dual ἀμίᾱ , ἀμία tunny fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀμίᾱ , ἀμίας tunny masc nom/voc/acc dual ἀμίας tunny masc voc sg ἀμίᾱ , ἀμίας tunny masc voc sg (attic) ἀμίᾱ , ἀμίας tunny masc gen sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμία — (amia). Γένος ψαριών της οικογένειας των αμιιδών. Ζουν στα γλυκά νερά των ποταμών και των λιμνών της Βόρειας Αμερικής, κυρίως όμως στον Μισισιπή. Το μήκος του σώματός τους κυμαίνεται από 0,65 έως 1 μ., ενώ το βάρος τους μπορεί να φτάσει τα 8 κιλά …   Dictionary of Greek

  • ἀμίας — ἀμίᾱς , ἀμία tunny fem acc pl ἀμίᾱς , ἀμία tunny fem gen sg (attic doric aeolic) ἀμίᾱς , ἀμίας tunny masc acc pl ἀμίᾱς , ἀμίας tunny masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀμίαι — ἀμίᾱͅ , ἀμία tunny fem dat sg (attic doric aeolic) ἀμίαι , ἀμίας tunny masc nom/voc pl ἀμίᾱͅ , ἀμίας tunny masc dat sg (attic doric aeolic) ἐμίαι , ἐμίας one who is inclined to vomit masc nom/voc pl ἐμίᾱͅ , ἐμίας one who is inclined to vomit masc …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίαι — ἀμίᾱͅ , ἀμία tunny fem dat sg (attic doric aeolic) ἀμίας tunny masc nom/voc pl ἀμίᾱͅ , ἀμίας tunny masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίαν — ἀμίᾱν , ἀμία tunny fem acc sg (attic doric aeolic) ἀμίᾱν , ἀμίας tunny masc acc sg (attic epic doric aeolic) ἀμίας tunny masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμιῶν — ἀμία tunny fem gen pl ἀμίας tunny masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίαις — ἀμία tunny fem dat pl ἀμίας tunny masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίην — ἀμία tunny fem acc sg (epic ionic) ἀμίας tunny masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίης — ἀμία tunny fem gen sg (epic ionic) ἀμίας tunny masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμίῃ — ἀμία tunny fem dat sg (epic ionic) ἀμίας tunny masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.